At the far ends of the earth, emerging each dawn [EOS] dwelt son of Hyperion in an Aurelian castle, Phaethon his descendant once driving the golden Chariot drawn by four winged steeds one of whom Phlegon lost control of the wagon setting the earth ablaze His sisters, the Heliades were transformed into poplar trees and their tears into golden amber [Elektra] Helios, cherished since the beginning of time has always been giving, to both Gods and men And to this day continues to Shine for us All.

Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ

Οδυσσέας Ελύτης

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή

Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες

Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος

Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους

Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά

Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας

Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα

Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του

Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του

Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης

Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο

Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι

Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς

Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς

Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο

Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες

Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια

Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά

Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα

Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών

Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια

Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου

Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος

Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.


By Odysseus Elytis

Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard

A long time has passed since the last rain was heard

Above the ants and lizards

Now the sun burns endlessly

The fruit paints its mouth

The pores in the earth open slowly

And beside the water that drips in syllables

A huge plant gaze into the eye of the sun.

Who is he that lies on the shores beyond

Stretched on his back, smoking silver-burnt olive leaves?

Cicadas grow warm in his ears

Ants are at work on his chest

Lizards slide in the grass of his armpits

And over the seaweed of his feet a wave rolls lightly

Sent by the little siren that sang:

" O body o summer, naked, burnt

Eaten away by oil and salt

Body of rock and shudder of the heart

Great ruffling wind in the osier hair

Beneath of basil above the curly pubic mound

Full of stars and pine needles

Body , deep vessel of the day!

"Soft rains come, violent hail

The land passes lashed in the claws of snow-storm

Which darkens in the depths with furious waves

The hills plunge into the dense udders of the clouds

And yet behind all this you laugh carefree

And find your deathless moment again

And the sun finds you again in the sandy shores

As the sky finds you again in your naked health."

Chute de Phaeton, projet de plafond, Gustave Moreau (1826-1898)